Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Τι είναι η Φαρισαϊκή δικαιοσύνη και ο τελωνικός στεναγμός;



Από το βιβλίο "΄Οσοι Πιστοί", Μητρ. Ιερόθεου Βλάχου

…Ο Φαρισαίος με τον τρόπο που προσευχόταν έδειξε πώς ζούσε μια δαιμονιώδη πνευματικότητα, μια διεστραμμένη πνευματική κατάσταση, που ήταν αλύτρωτη. Ο Τελώνης με την προσευχή "ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ" (Λουκ. ιη’, 13) έδειξε την πνευματική του υγεία, γι’ αυτό "κατέβη δεδικαιωμένος" (Λουκ. ιη’, 14). Όσο κανείς επιδιώκει μόνος του να δικαιώση τον εαυτό του, τόσο και αποκόπτεται από την λύτρωση, ενώ όσο κανείς μαστιγώνει ανηλεώς τον εαυτό του, θεωρώντας τον ανάξιο του θείου ελέους, τόσο γίνεται δέκτης της θείας Χάριτος.
Πάντοτε η φαρισαϊκή δικαιοσύνη είναι έξω από την ατμόσφαιρα της θείας Χάριτος, γιατί είναι μια ευσεβιστική κατάσταση. Εδώ πρέπει να κάνουμε την διάκριση μεταξύ του ευσεβούς και του ευσεβιστού, γιατί η περίπτωση του Φαρισαίου και όλων των δια μέσου των αιώνων Φαρισαίων υπενθυμίζει τον ευσεβιστή.
Κατ’ αρχάς πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ευσέβεια δεν είναι μια εξωτερική παρουσίαση, αλλά η ένωσή μας με το Χριστό και δι’ Αυτού με όλη την Παναγία Τριάδα. Ο Απόστολος Παύλος ταυτίζει το μυστήριο της ευσεβείας με την ενανθρώπηση του Χριστού. "Και ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον, Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω ανελήφθη εν δόξη" (Α' Τιμ. γ', 16)169.
Επομένως η ευσέβεια δεν είναι ανθρώπινη εκδήλωση και ενέργεια αλλά ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Από την αρχή αυτή ξεκινώντας μπορούμε να πούμε ότι ο ευσεβιστής έχει μερικές επιφανειακές αρετές και κάνει μερικά εξωτερικά έργα "πρός το θεαθήναι τοις ανθρώποις". Οι αρετές του δεν είναι καρπός της εν Χριστώ ζωής, δεν γίνονται μέσα στο κλίμα της μετανοίας, αλλά είναι ανθρώπινα έργα που γίνονται στην προσπάθειά του να προβληθή. Αντίθετα τα έργα και οι αρετές του ευσεβούς είναι καρπός του Παναγίου Πνεύματος, αποτέλεσμα της ενώσεώς του με τον Χριστό. Δηλαδή οι αρετές έχουν ένα βαθύ θεολογικό νόημα. Δεν είναι ένας φυσικός τρόπος ζωής, ή μια συνήθεια, αλλά δώρα και χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που δίνονται στον άνθρωπο εκείνο που με την εργασία των εντολών του Θεού υπέταξε το σώμα στην ψυχή και την ψυχή στον Θεό. Έτσι στον ευσεβιστή όλες οι πράξεις είναι ανθρώπινες, είναι πράξεις "τής αυτόνομης ηθικής δεοντολογίας", ενώ στον ευσεβή όλες οι πράξεις είναι θεανθρώπινες.
Ύστερα από αυτήν την διάκριση γίνεται αντιληπτό ότι τα έργα αυτά καθ’ εαυτά δεν δικαιώνουν τον άνθρωπο, γιατί "καλές πράξεις" μπορούν να κάνουν όλοι οι αιρετικοί και όλα τα ανθρώπινα αλύτρωτα συστήματα, χωρίς όμως να εξασφαλίζουν την σωτηρία. Όσες "καλές πράξεις" δεν γίνονται μέσα στο κλίμα της μετανοίας, αλλά με το πνεύμα της αυτοδικαιώσεως, χωρίζουν περισσότερο τον άνθρωπο από τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει πώς "τού Θεού μη ενεργούντος εν ημίν πάν το παρ’ ημών γενώμενον αμαρτία". Μπορεί κάποιος να κάνη ελεημοσύνη, να εξασκή την εγκράτεια κλπ. αλλ’ επειδή δεν έχει το πνεύμα της ταπεινώσεως και δεν συνδέεται μυστηριακά με την Εκκλησία, είναι χωρισμένος από τον Θεό και συνεπώς όλη του η ζωή (έστω κι αν είναι εγκρατής) είναι αμαρτωλή.
Επομένως, τα καλά έργα αυτά καθ’ εαυτά ούτε δικαιώνουν ούτε καταδικάζουν τον άνθρωπο, αλλά η δικαίωση και η καταδίκη ρυθμίζεται από την σχέση του με τον Θεάνθρωπο Χριστό. Σαν παράδειγμα έχουμε τους δυο ληστάς στον Γολγοθά. Ο ένας σώθηκε όχι για τα καλά του έργα, αφού ήταν εγκληματίας, αλλά γιατί ομολόγησε τον Χριστό. Και ο άλλος καταδικάσθηκε όχι για τα εγκληματικά του έργα, αφού δεν ήταν χειρότερος από τον άλλο, αλλά γιατί βλαστήμησε τον Χριστό. Άρα την σωτηρία μας την ρυθμίζει η σχέση μας με τον Χριστό και την αγία Του Εκκλησία, το Σώμα Του.
Πρέπει να σημειωθή ότι αυτός που ενώνεται με τον Χριστό και Τον ομολογεί κάνει έργα, αλλά αυτά είναι καρποί του Παναγίου Πνεύματος, για τα οποία δεν αισθάνεται την ανάγκη, σαν το Φαρισαίο, να καυχηθή. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει ότι ζη το πνεύμα της σωτηρίας και είναι άγιος. Διότι η αγιότητα δεν είναι μια ηθική έννοια, αλλά οντολογική, υπαρκτική, δηλαδή είναι συμμετοχή στην βίωση της μετανοίας, στην εκζήτηση και ένωση με την Χάρη του Χριστού.
Ο Φαρισαίος της παραβολής εκφράζει άριστα τον δυτικό Χριστιανισμό με την πληθωρική κοινωνική εργασία, αποξενωμένη όμως από την εσωτερική ζωή, ενώ ο αλάλητος στεναγμός του Τελώνου εκφράζει την εσωτερική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ορθόδοξοι είναι εκείνοι που υπερβαίνουν την Φαρισαϊκή δικαιοσύνη, την δικαίωση των έργων και την αυτοδικαίωση καί, σαν τον Τελώνη, ζητούν το έλεος του Θεού. Είναι εκείνοι που διακρίνονται για τηνμεγάλη αρετή της αυτομεμψίας. Πρέπει να σημειωθή ότι η αυτομεμψία ή όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος η πρωτολογία (νά λέμε εμείς τον πρώτο λόγο εναντίον του εαυτού μας) είναι ουσιώδες στοιχείο του ορθοδόξου ήθους. Επειδή είναι πάντοτε συνδεδεμένη με την ταπείνωση της ψυχής, γι’ αυτό εκείνος που έχει αυτή την αρετή δείχνει την παρουσία της θείας Χάριτος. Η αυτομεμψία είναι η "αφανής προκοπή" κατά τους αγίους Πατέρας. Δεν αφήνει περιθώρια να δημιουργηθή το άγχος και όλα τα ψυχολογικά συμπλέγματα για τα οποία μιλάει η σύγχρονη ψυχολογία, η οποία άλλωστε είναι δημιούργημα του κλίματος της αυτοδικαιώσεως και της Φαρισαϊκής δικαιοσύνης του δυτικού Χριστιανισμού. Αυτή η διαφορά εκφράζεται και στον τρόπο λατρείας. Οι Ορθόδοξοι στα τροπάριά μας μιλάμε για αμαρτία και ζητούμε το έλεος του Θεού, ενώ οι δυτικοί και η δυτικοποιημένη θρησκευτικότητα αρέσκονται στα "τραγουδάκια" που είναι εμποτισμένα στην αυτοδικαίωση.

Τί είναι το Τριώδιο; Που οφείλεται η ονομασία του;



Το Σάββατο στον εσπερινό του Τελώνου και Φαρισαίου ο Δεξιός Ιεροψάλτης κατέρχεται από το αναλόγιό του και λαμβάνει το Τριώδιο (λειτουργικό βιβλίο πού περιέχει υμνολογικό υλικό κυρίως του Εσπερινού και του Όρθρου και χρησιμοποιείται μαζί με το Μηναίο και την Παρακλητική στις Ιερές Ακολουθίες της περιόδου από Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο) που βρίσκεται κάτω από την εικόνα του Χριστού στο τέμπλο, κάνει τρεις συμβολικές μετάνοιες και πηγαίνει ξανά στο αναλόγιο του.
Το Τριώδιο αποτελεί το κινητό εκείνο τμήμα του εκκλησιαστικού έτους που προπαρασκευάζει για τον άξιο εορτασμό των Παθών και της Αναστάσεως με ανάλογα βιώματα, πνευματική καλλιέργεια και συμμετοχή, με αγώνα μετανοίας, προσευχής και νηστείας.

Περιλαμβάνει δέκα Κυριακές.

Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι τον Εσπερινό του Μ. Σαββάτου.

Διαιρείται σε δύο τμήματα.
α) Το προ της Νηστείας(Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου, Ασώτου, Απόκρεω, Τυροφάγου)
και
β) της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μ. Εβδομάδας
δηλαδή έξι εβδομάδες και η Μ. Εβδομάδα (Α’ Κυριακή των Νηστειών – της Ορθοδοξίας, Β’ Κυρ. Νηστειών- Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Γ’ Κυρ. Νηστειών- Σταυροπροσκυνήσεως, Δ’ Κυρ. Νηστειών – Αγ. Ιωάννου της Κλίμακος, Ε’ Κυρ. Νηστειών- Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, Στ’ Κυρ. Νηστειών- Βαΐων και η Μεγάλη Εβδομάδα).
Το Τριώδιο διαμορφώθηκε σε τελική μορφή γύρω στον 15ο αιώνα. Ονομάστηκε Τριώδιο γιατί οι Κανόνες κατά τις καθημερινές ακολουθίες του Όρθρου περιλαμβάνουν τρεις ωδές την η’, θ’ και μια από τις πρώτες ωδές.

Συγκεκριμένα κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, οι ωδές στιχολογούνται ως εξής:
Δευτέρα : ωδές α΄,η΄,θ΄
Τρίτη : ωδές β΄,η΄,θ΄
Τετάρτη : ωδές γ΄, η΄, θ΄
Πέμπτη : ωδές δ΄, η΄, θ΄
Παρασκευή : ωδές ε΄, η΄, θ΄
το β’, γ’ και δ΄ Σάββατο : ωδές ς΄, ζ΄, η΄, θ΄

πηγές neotita.gr, Τριώδιον Κατανυκτικόν, Μεγάλη Τεσσαρακοστή


Συμπληρωματικά για την ονομασία του Τριωδίου:
(Απο το βιβλίο ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ Ιωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ)

«Ο δημιουργός των άνω και των κάτω,
τρισάγιον μέν ύμνον εκ των αγγέλων,
τριώδιον δέ παρ΄ ανθρώπων δέχου».

Με τους στίχους αυτούς προοιμιάζονται τα συναξάρια της περιόδου του Τριωδίου. Ο ουράνιος και ο επίγειος κόσμος, οι άγγελοι και οι άνθρωποι, συνάπτονται σε κοινή συμφωνία. Οι άγγελοι ψάλλουν στον δημιουργό των, τον «δημιουργό των άνω», τον τρισάγιο ύμνο. Μαζί με αυτούς ενώνονται και οι φωνές των ανθρώπων, που έρχονται και αυτοί να ψάλουν στον δημιουργό των, τον «δημιουργό των κάτω», τριωδίους ύμνους. Από αυτούς τους τριωδίους ύμνους, τα «τριώδια», έλαβε το όνομά της η μεγάλη περίοδος του λειτουργικού έτους, που κινείται μαζί με το Πάσχα και το περιβάλλει σάν προεόρτιος και μεθέορτος περίοδος. Γιατί όλο αυτό το τμήμα του εκκλησιαστικού έτους παλαιότερον εχαρακτηρίζετο μ΄ αυτό το όνομα: «Τριώδιον». Ανάλογα δέ με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του το διέκριναν σε «Τριώδιον κατανυκτικόν», απ΄ αρχής μέχρι του Πάσχα, και «Τριώδιον χαρμόσυνον», από του Πάσχα μέχρι της Κυριακής των αγίων Πάντων, που κατακλείει τον κύκλο των κινητών εορτών. Τριώδιο δέ λέγεται από την αρχαιοπρεπή συνήθεια, που διετηρείτο κατά την περίοδο αυτή, να μή ψάλλωνται καθημερινώς κατά την ακολουθία του όρθρου και οι εννέα ωδές του Ψαλτηρίου, και επομένως και ολόκληροι εννεαώδιοι Κανόνες, αλλά μόνο τρείς ωδές, η η' και η θ' και μία από τις προηγούμενες κατά την σειρά των ημερών. Αυτός ο αρχαίος τρόπος της ψαλμωδίας διετηρήθη εν μέρει μόνον μέχρι σήμερα, και μάλιστα μόνον για τις καθημερινές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Για τις άλλες ημέρες επεκράτησε το νεώτερο έθος, να στιχολογούνται και οι εννέα ωδές ακριβέστερα οι οκτώ, γιατί η δευτέρα παραλείπεται) και να ψάλλωνται εννεαώδιοι (ακριβέστερα οκταώδιοι) Κανόνες. Έτσι το όνομα «Τριώδιον» τελικά διετηρήθη μόνο για το αρχαίο «κατανυκτικόν Τριώδιον», για την πρό του Πάσχα δηλαδή περίοδο. Και πάλι και εδώ όχι κυριολεκτικώς. Όπως δέ χαρακτηριστικά γράφει ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος στον πρόλογο των συναξαρίων του Τριωδίου: «Καταχρηστικώς Τριώδιον ονομάζεται· ου γάρ αεί τριώδια έχει. Και γάρ ολοτελείς κανόνας προβάλλεται, αλλ΄ οίμαι από του πλεονάζοντος την επωνυμίαν λαβείν».
Αυτά για την ονομασία του Τριωδίου.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος - Συμβουλὲς πρὸς τὸν σύζυγον


Νὰ τῆς λές: ἀπὸ ὅλα τὴ δική σου ἀγάπη προτιμῶ καὶ τίποτε δὲν μοῦ εἶναι τόσο βασανιστικὸ ἡ δυσάρεστο, ὅσο τὸ νὰ βρεθῶ κάποτε σὲ διάσταση μαζί σου. Κι ἂν ὅλα χρειασθεῖ νὰ τὰ χάσω, κι ἂν γίνω φτωχότερος ἀπὸ τὸν Ἴρο, κι ἂν βρεθῶ στοὺς ἐσχάτους κινδύνους, ὁ,τιδήποτε κι ἂν πάθω, ὅλα μοῦ εἶναι ἀνεκτὰ καὶ ὑποφερτά, ὅσο ἐσὺ μοῦ εἶσαι καλά. Καὶ τὰ παιδιὰ τότε θὰ μοῦ εἶναι περιπόθητα, ἐφόσον ἐσὺ μᾶς συμπαθεῖς…
Ἴσως κάποτε σοῦ πεῖ: Ποτὲ ὡς τώρα δὲν ξόδεψα ἀπὸ τὰ δικά σου, ἔχω ἀκόμη τὰ δικά μου, ποὺ μοῦ ἔδωσαν οἱ γονεῖς μου. Τότε πές της: Τί λὲς καλή μου; Ἔχεις ἀκόμη τὰ δικά σου; Ποιὰ λέξη μπορεῖ νά εἶναι χειρότερη ἀπὸ αὐτή; Σῶμα δὲν ἔχεις πιὰ δικό σου κι ἔχεις χρήματα; Δὲν εἴμαστε δύο σώματα μετὰ τὸ γάμο, ἀλλὰ γίναμε ἕνα. Δὲν ἔχουμε δύο περιουσίες, ἀλλὰ μία… Ὅλα δικά σου εἶναι, κι ἐγὼ δικός σου εἶμαι, κορίτσι μου. Αὐτὸ μὲ συμβουλεύει ὁ Παῦλος, λέγοντας ὅτι ὁ ἄνδρας δὲν ἐξουσιάζει τὸ σῶμα του, ἀλλὰ ἡ γυναίκα.
Κι ἂν δὲν ἔχω ἐγὼ ἐξουσία στὸ σῶμα μου, ἀλλὰ ἐσύ, πόσο μᾶλλον δικά σου εἶναι τὰ χρήματα… Ποτὲ νὰ μὴν τῆς μιλᾶς μὲ πεζὸ τρόπο, ἀλλὰ μὲ φιλοφροσύνη, μὲ τιμή, μὲ ἀγάπη πολλή. Νὰ τὴν τιμᾶς καὶ δὲν θὰ βρεθεῖ στὴν ἀνάγκη νὰ ζητήσει ἐπαίνους ἀλλοῦ, ἂν ἔχει τοὺς δικούς σου. Νὰ τὴν προτιμᾶς ἀπὸ ὅλους γιὰ ὅλα, γιὰ τὴν ὀμορφιά, γιὰ τὴ σωφροσύνη της, καὶ νὰ τὴν ἐγκωμιάζεις. Νὰ κάνεις φανερὸ ὅτι σοῦ ἀρέσει ἡ συντροφιά της κι ὅτι προτιμᾶς νὰ μένεις στὸ σπίτι γιὰ νὰ εἶσαι μαζί της, ἀπὸ τὸ νὰ βγαίνεις στὴν ἀγορά. Ἀπὸ ὅλους τοὺς φίλους νὰ τὴν προτιμᾶς, καὶ ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ σοῦ χάρισε, κι αὐτὰ ἐξαιτίας της νὰ τὰ ἀγαπᾶς.

ΩΔΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΟΤΕ!




 Μεθύσι ολόγυρα μου της ζωής. Ανάσταση!
Κι όμως μια λόγχη φως με ταξιδεύει απρόσμενα στον κήπο της αγωνίας
Όπου « βάπτεται κάλαμος αποφάσεως».
Το νιόφυτρο μπουμπούκι δε θα λουλουδίσει ποτέ
Απ’ το κουκούλι η πεταλούδα δε θα βγει στη γιορτή της Άνοιξης
Και το φτωχό χελιδόνι δε θα τιτιβίσει στα γαλανά τα πλάτη τα’ ουρανού.
Τούτο η Γεσθημανή είναι σιωπηλή σαν το θάνατο.
Και μονάχα ένα θρόισμα μυστικό σαν το βουβό πόνο της Παναγιάς
Κεντάει τις άδειες στιγμές.
Είναι τραγούδι απόκοσμο του παιδιού που δε θα γεννηθεί ποτέ.
Σωπαίνω κι αφουγκράζομαι .

«Θεέ μου, σύρε το δοξάρι της συμπόνιας στις ανθρώπινες χορδές
Για να ακουστεί η αδύναμη φωνή μου: Χάνομαι!
Βάρβαρα εισβάλλουν στη φωλιά μου. Που να κουρνιάσω
Η ατσάλινη ρομφαία βηματίζει απειλητικά εναντίον μου. Τρομάζω!
Αλλά κι η παγερή καταχνιά του καταψύκτη
Πιο σκληρή κι απ’ το θάνατο. Κρυώνω!
Περνώ τα σύνορα της οδύνης. Η ψυχή μου αδειάζει.
Η φωνή μου σβήνει. Πεθαίνω!
Τώρα που σφύζει ολόγυρα μου η ζωή στους ρυθμούς της Άνοιξης,
Δε ζητώ παρά μια χούφτα ήλιο ν’ ανακουφιστεί το παράπονο μου.

Ήλθα, τραγούδι απ’ τ’ άπειρο, να γλυκάνω μια άδεια αγκαλιά και με φίμωσαν.
Κρατούσα στα μάτια την ανατολή και με βύθισαν στο πιο αποτρόπαιο σκοτάδι.
Άπλωσα δειλά το χέρι στην αγάπη και με πλήγωσαν θανάσιμα-
παράξενο- όσοι τραγουδούσαν τη ζωή, την ελπίδα, το δίκαιο.
Για μένα τώρα όλο το σύμπαν ένα δάκρυ
Στα γαλήνια μάτια του λευκόφτερου αγγέλου μου…»

Φτωχό χελιδόνι, δες, πάνω απ’ τον κήπο της αγωνίας
Δύο μάτια γεμάτα ήλιους, μια αγκαλιά ανοιχτή σαν ουρανός
Για να φτερουγίσεις ολόχαρο,
Και μια καμπάνα που σημαίνει στη σιγαλιά
Χριστός Ανέστη!

( Αγιόκλημα, Βασιλική Γούση, μαθήτρια Λυκείου
1ο Βραβείο ποιητικού Λόγου Πανελλήνιας Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών)